Υπάρχουν στιγμές που το ποδόσφαιρο ξεφεύγει από το γήπεδο και μετατρέπεται σε αφήγηση, χιούμορ, χαρακτήρα, καθημερινό βίωμα. Σε αυτή ακριβώς τη λεπτή γραμμή κινείται ο Μπάμπης Λουλές, ο άνθρωπος πίσω από το Instagram κανάλι «To Steki Tou Loule», που κατάφερε να μετατρέψει την οπαδική ενημέρωση του Ολυμπιακού σε μία μορφή σύγχρονης λαϊκής ψυχαγωγίας.
Με χιλιάδες ακόλουθους και εκατομμύρια προβολές, το κανάλι του δεν είναι απλώς ένα ακόμη προφίλ που σχολιάζει αθλητικά νέα. Είναι ένας ψηφιακός χώρος συνάντησης, ένα διαδικτυακό καφενείο, όπου το γέλιο, η υπερβολή, η αγανάκτηση και ο ενθουσιασμός μπλέκονται σε ένα αυθεντικό μείγμα.
Ο χαρακτήρας πριν από το περιεχόμενο
Ο Μπάμπης Λουλές δεν εμφανίζεται ως δημοσιογράφος, ούτε ως ειδικός αναλυτής. Εμφανίζεται ως χαρακτήρας. Και αυτό είναι το πρώτο μεγάλο του πλεονέκτημα.
Με τη χρήση φίλτρων που δίνουν καρτουνίστικη διάσταση στο πρόσωπό του, με εκφράσεις έντονες και φωνή που μοιάζει να βγαίνει κατευθείαν από το βάθος ενός καφενείου γεμάτου φίλους, χτίζει μία περσόνα που δεν διεκδικεί κύρος, αλλά οικειότητα. Δεν μιλάει «στους οπαδούς». Μιλάει μαζί τους.
Το αποτέλεσμα είναι άμεση ταύτιση. Ο θεατής δεν νιώθει ότι παρακολουθεί κάποιον. Νιώθει ότι συμμετέχει.
Χιούμορ ως γλώσσα επικοινωνίας
Στον πυρήνα του καναλιού βρίσκεται το χιούμορ. Όχι επιτηδευμένο, όχι στημένο, αλλά βαθιά λαϊκό, αυθόρμητο, συχνά αυτοσαρκαστικό. Τα νέα του Ολυμπιακού γίνονται αφορμή για σχολιασμό που δεν φοβάται την υπερβολή, την ειρωνεία ή τη συναισθηματική φόρτιση.
Κάθε reel λειτουργεί σαν γρήγορο θεατρικό μονόπρακτο. Έχει αρχή, κορύφωση και punchline. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο θεατής έχει γελάσει, έχει θυμώσει, έχει πανηγυρίσει ή έχει αναγνωρίσει τον εαυτό του.
Ο Ολυμπιακός ως πολιτισμικό σύμβολο
Στο κανάλι του Μπάμπη Λουλέ, ο Ολυμπιακός δεν παρουσιάζεται μόνο ως ομάδα. Παρουσιάζεται ως βίωμα, ως ταυτότητα, ως κομμάτι καθημερινότητας. Δεν υπάρχει προσπάθεια ουδετερότητας και αυτό είναι συνειδητή επιλογή.
Η ξεκάθαρη οπαδική θέση δημιουργεί κοινότητα. Όταν απευθύνεσαι σε όλους, δεν ανήκεις σε κανέναν. Όταν απευθύνεσαι ξεκάθαρα σε «δικούς σου», χτίζεις σχέση. Και αυτή η σχέση είναι που μετατρέπει τα βίντεο σε viral περιεχόμενο.
Η δύναμη του short form
Το «Στέκι του Λουλέ» είναι απόλυτα εναρμονισμένο με τη λογική της εποχής. Σύντομα βίντεο, άμεση αντίδραση στην επικαιρότητα, γρήγορη κατανάλωση, αλλά έντονο αποτύπωμα.
Ο Μπάμπης Λουλές καταλαβαίνει πότε να ανεβάσει, πώς να μιλήσει και πότε να χτυπήσει συναισθηματικά το κοινό. Δεν κυνηγάει την τελειότητα. Κυνηγάει τη στιγμή. Και αυτή η αυθεντικότητα είναι που κάνει τον αλγόριθμο να «δουλεύει».
Ένα σύγχρονο λαϊκό καλλιτεχνικό φαινόμενο
Αν δούμε το φαινόμενο ψύχραιμα, ο Μπάμπης Λουλές δεν απέχει πολύ από παλιές μορφές λαϊκής έκφρασης. Είναι ο σχολιαστής της γειτονιάς, ο τύπος που έλεγε ιστορίες στο καφενείο, ο φίλος που έκανε όλους να γελάνε μετά τον αγώνα.
Απλώς, σήμερα το καφενείο είναι το Instagram και το κοινό είναι χιλιάδες άνθρωποι ταυτόχρονα.
Και κάπου εκεί, "to steki tou Loule" ξεφεύγει από τα όρια του αθλητικού σχολιασμού και ακουμπά την καλλιτεχνική έκφραση της καθημερινότητας. Ένα είδος ψηφιακού λαϊκού θεάτρου, όπου ο πρωταγωνιστής δεν υποδύεται ρόλο. Είναι ο εαυτός του.
Ο Μπάμπης Λουλές και το κανάλι του δεν είναι απλώς επιτυχημένα. Είναι χαρακτηριστικά της εποχής. Σε έναν κόσμο γεμάτο φίλτρα σοβαρότητας και δήθεν αντικειμενικότητας, εκείνος επέλεξε το χιούμορ, την υπερβολή και την καθαρή θέση.
Και τελικά, αυτό που κάνει το «Steki tou Loule» να ξεχωρίζει, δεν είναι οι αριθμοί. Είναι το γεγονός ότι, για χιλιάδες Ολυμπιακούς, μοιάζει λιγότερο με κανάλι και περισσότερο με παρέα.
Και κάπου εδώ γεννιέται το πιο αθόρυβο μυστήριο γύρω από το «Steki tou Loule». Παρά τη μεγάλη απήχηση και την έντονη παρουσία του στα social, πολλοί έχουν επιχειρήσει να ανακαλύψουν ποιος βρίσκεται πραγματικά πίσω από τον Μπάμπη Λουλέ. Οι προσπάθειες, όμως, μοιάζουν να σταματούν πάντα λίγο πριν από την απάντηση. Το όνομα με το οποίο έγινε γνωστός δεν είναι το πραγματικό του, και ο ίδιος φαίνεται να έχει επιλέξει συνειδητά να κρατήσει τον άνθρωπο πίσω από τον χαρακτήρα εκτός κάδρου. Ίσως γιατί, σε μια εποχή που όλα εκτίθενται, η μεγαλύτερη ελευθερία είναι να αφήνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου άγνωστο. Και αυτό το κομμάτι είναι που κάνει τον μύθο να αντέχει.